ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γαντζώνομαι, κρατιέμαι σφιχτά
  2. 02 παλεύω, συμπλέκομαι
  3. 03 καταπιάνομαι με κάτι, αρχίζω, ξεκινώ, αναλαμβάνω
  4. 04 γράφεται και ως 取り憑く καταλαμβάνω (κάποιον, για κακό πνεύμα, ιδέα, κ.λπ.), κυριεύω, στοιχειώνω
  5. 05 βρίσκω στοιχείο, ανακαλύπτω ίχνος

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り付く
Παρόν (ευγενικό)
取り付きます
Άρνηση (απλή)
取り付かない
Άρνηση (ευγενική)
取り付きません
Παρελθόν (απλό)
取り付いた
Παρελθόν (ευγενικό)
取り付きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り付かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り付きませんでした
Τε-μορφή
取り付いて
Δυνητική
取り付ける
Προστακτική
取り付け
Βουλητική
取り付こう
Υποθετική (ば)
取り付けば