ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι αρεστός, κολακεύω, γλείφομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り入る
Παρόν (ευγενικό)
取り入ります
Άρνηση (απλή)
取り入らない
Άρνηση (ευγενική)
取り入りません
Παρελθόν (απλό)
取り入った
Παρελθόν (ευγενικό)
取り入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り入りませんでした
Τε-μορφή
取り入って
Δυνητική
取り入れる
Προστακτική
取り入れ
Βουλητική
取り入ろう
Υποθετική (ば)
取り入れば