れる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισάγω, συλλέγω
  2. 02 γράφεται και ως 採り入れる υιοθετώ (π.χ. μια ιδέα), αποδέχομαι (π.χ. συμβουλή), εισάγω (π.χ. τεχνολογία), δανείζομαι (π.χ. μια λέξη)
  3. 03 θερίζω, συγκομίζω, μαζεύω

Παραδείγματα

  • あたらしいアイデアをれる

    Υιοθετώ μια νέα ιδέα.

  • かれ意見いけん前向まえむきにれるべきだ。

    Θα πρέπει να δεχτούμε τη γνώμη του με θετικό τρόπο.

  • 環境問題かんきょうもんだい解決かいけつするため、最新さいしんのテクノロジーを積極的せっきょくてきれる必要ひつようがある。

    Για να λύσουμε τα περιβαλλοντικά προβλήματα, είναι απαραίτητο να ενσωματώσουμε ενεργά την τελευταία λέξη της τεχνολογίας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り入れる
Παρόν (ευγενικό)
取り入れます
Άρνηση (απλή)
取り入れない
Άρνηση (ευγενική)
取り入れません
Παρελθόν (απλό)
取り入れた
Παρελθόν (ευγενικό)
取り入れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り入れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り入れませんでした
Τε-μορφή
取り入れて
Δυνητική
取り入れられる
Προστακτική
取り入れろ
Βουλητική
取り入れよう
Υποθετική (ば)
取り入れれば