ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μοιράζω, μερίζω, διανέμω, σερβίρω
  2. 02 ξεχωρίζω, διαχωρίζω, επιλέγω

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り分ける
Παρόν (ευγενικό)
取り分けます
Άρνηση (απλή)
取り分けない
Άρνηση (ευγενική)
取り分けません
Παρελθόν (απλό)
取り分けた
Παρελθόν (ευγενικό)
取り分けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り分けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り分けませんでした
Τε-μορφή
取り分けて
Δυνητική
取り分けられる
Προστακτική
取り分けろ
Βουλητική
取り分けよう
Υποθετική (ば)
取り分ければ