取とり合あう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πιάνομαι χέρι-χέρι, κρατιέμαι από τα χέρια
  2. 02 αλληλοαρπάζομαι, προσπαθώ να κερδίσω κάτι με ανταγωνισμό, διεκδικώ
  3. 03 δίνω σημασία, ασχολούμαι, ανταποκρίνομαι σε κάποιον, λαμβάνω υπόψη

Παραδείγματα

  • ボールを取とり合あう。

    Αρπάζουμε την μπάλα ο ένας από τον άλλο.

  • 子こどもたちがキャンディーを取とり合あっている。

    Τα παιδιά μαλώνουν για καραμέλες.

  • 彼かれは忙いそがしくて、人ひとの意見いけんを取とり合あうような時間じかんがない。

    Είναι τόσο απασχολημένος που δεν έχει χρόνο να δώσει σημασία στις απόψεις των άλλων.

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り合う
Παρόν (ευγενικό)
取り合います
Άρνηση (απλή)
取り合わない
Άρνηση (ευγενική)
取り合いません
Παρελθόν (απλό)
取り合った
Παρελθόν (ευγενικό)
取り合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り合いませんでした
Τε-μορφή
取り合って
Δυνητική
取り合える
Προστακτική
取り合え
Βουλητική
取り合おう
Υποθετική (ば)
取り合えば