わせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνδυάζω, συναρμολογώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り合わせる
Παρόν (ευγενικό)
取り合わせます
Άρνηση (απλή)
取り合わせない
Άρνηση (ευγενική)
取り合わせません
Παρελθόν (απλό)
取り合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
取り合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り合わせませんでした
Τε-μορφή
取り合わせて
Δυνητική
取り合わせられる
Προστακτική
取り合わせろ
Βουλητική
取り合わせよう
Υποθετική (ば)
取り合わせれば