取り回す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαχειρίζομαι αποτελεσματικά, χειρίζομαι επιδέξια, διεκπεραιώνω
- 02 περνώ από χέρι σε χέρι (πιάτο φαγητού κ.λπ.) αφού πάρω το μερίδιό μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 取り回す
- Παρόν (ευγενικό)
- 取り回します
- Άρνηση (απλή)
- 取り回さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 取り回しません
- Παρελθόν (απλό)
- 取り回した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 取り回しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 取り回さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 取り回しませんでした
- Τε-μορφή
- 取り回して
- Δυνητική
- 取り回せる
- Προστακτική
- 取り回せ
- Βουλητική
- 取り回そう
- Υποθετική (ば)
- 取り回せば
- Υποθετική (たら)
- 取り回したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 取り回したい
- Απαγορευτική (~な)
- 取り回すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 取り回しなさい
- Παθητική
- 取り回される
- Αιτιατική
- 取り回させる