くず

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατεδαφίζω, γκρεμίζω
  2. 02 εξαντλώ σταδιακά (αποταμιεύσεις κ.λπ.), χρησιμοποιώ τμήμα (αποθεματικού κεφαλαίου κ.λπ.), αρχίζω να αναλώνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り崩す
Παρόν (ευγενικό)
取り崩します
Άρνηση (απλή)
取り崩さない
Άρνηση (ευγενική)
取り崩しません
Παρελθόν (απλό)
取り崩した
Παρελθόν (ευγενικό)
取り崩しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り崩さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り崩しませんでした
Τε-μορφή
取り崩して
Δυνητική
取り崩せる
Προστακτική
取り崩せ
Βουλητική
取り崩そう
Υποθετική (ば)
取り崩せば