取とり巻まき

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακόλουθοι, αυλικοί

Παραδείγματα

  • 彼かれには取とり巻まきがいます。

    Έχει ακόλουθους.

  • 社長しゃちょうの周まわりにはいつも取とり巻まきがいました。

    Γύρω από τον πρόεδρο υπήρχαν πάντα αυλικοί.

  • 新しんしい政治家せいじかは、そのカリスマ性で多おおくの取とり巻まきを引ひきつけました。

    Ο νέος πολιτικός προσέλκυσε πολλούς ακόλουθους με το χάρισμά του.