取とり戻もどす

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίρνω πίσω, ανακτώ, ξανακερδίζω, αποκαθιστώ, επαναφέρω, αναπληρώνω

Παραδείγματα

  • かばんを取とり戻もどします。

    Θα πάρω την τσάντα μου πίσω.

  • 失うしなった時間じかんを取とり戻もどしたいです。

    Θέλω να κερδίσω πίσω τον χαμένο χρόνο.

  • 一度いちど失うしなった信頼しんらいを取とり戻もどすのは容易よういではありません。

    Δεν είναι καθόλου εύκολο να ανακτήσεις την εμπιστοσύνη που έχασες μια φορά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り戻す
Παρόν (ευγενικό)
取り戻します
Άρνηση (απλή)
取り戻さない
Άρνηση (ευγενική)
取り戻しません
Παρελθόν (απλό)
取り戻した
Παρελθόν (ευγενικό)
取り戻しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り戻さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り戻しませんでした
Τε-μορφή
取り戻して
Δυνητική
取り戻せる
Προστακτική
取り戻せ
Βουλητική
取り戻そう
Υποθετική (ば)
取り戻せば