取り扱う
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 χειρίζομαι, χρησιμοποιώ (μηχάνημα κ.λπ.)
- 02 διαχειρίζομαι (ένα ζήτημα), αντιμετωπίζω
- 03 συμπεριφέρομαι (σε κάποιον), μεταχειρίζομαι (κάποιον)
- 04 εμπορεύομαι, διαθέτω προς πώληση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 取り扱う
- Παρόν (ευγενικό)
- 取り扱います
- Άρνηση (απλή)
- 取り扱わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 取り扱いません
- Παρελθόν (απλό)
- 取り扱った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 取り扱いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 取り扱わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 取り扱いませんでした
- Τε-μορφή
- 取り扱って
- Δυνητική
- 取り扱える
- Προστακτική
- 取り扱え
- Βουλητική
- 取り扱おう
- Υποθετική (ば)
- 取り扱えば
- Υποθετική (たら)
- 取り扱ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 取り扱いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 取り扱うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 取り扱いなさい
- Παθητική
- 取り扱われる
- Αιτιατική
- 取り扱わせる