ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενεργώ ως μεσάζοντας, μεσολαβώ, κανονίζω
  2. 02 φιλοξενώ (καλεσμένους), περιποιούμαι, υποδέχομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り持つ
Παρόν (ευγενικό)
取り持ちます
Άρνηση (απλή)
取り持たない
Άρνηση (ευγενική)
取り持ちません
Παρελθόν (απλό)
取り持った
Παρελθόν (ευγενικό)
取り持ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り持たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り持ちませんでした
Τε-μορφή
取り持って
Δυνητική
取り持てる
Προστακτική
取り持て
Βουλητική
取り持とう
Υποθετική (ば)
取り持てば