取り散らかす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σκορπίζω τριγύρω, αφήνω ακατάστατο, αναστατώνω (π.χ. ένα δωμάτιο), αφήνω αντικείμενα σκορπισμένα γύρω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 取り散らかす
- Παρόν (ευγενικό)
- 取り散らかします
- Άρνηση (απλή)
- 取り散らかさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 取り散らかしません
- Παρελθόν (απλό)
- 取り散らかした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 取り散らかしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 取り散らかさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 取り散らかしませんでした
- Τε-μορφή
- 取り散らかして
- Δυνητική
- 取り散らかせる
- Προστακτική
- 取り散らかせ
- Βουλητική
- 取り散らかそう
- Υποθετική (ば)
- 取り散らかせば
- Υποθετική (たら)
- 取り散らかしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 取り散らかしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 取り散らかすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 取り散らかしなさい
- Παθητική
- 取り散らかされる
- Αιτιατική
- 取り散らかさせる