取り次ぐ
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαβιβάζω (μήνυμα, σκέψεις κ.λπ.), μεταφέρω, αναμεταδίδω, γνωστοποιώ
- 02 αναγγέλλω (επισκέπτη, τηλεφώνημα κ.λπ.), προαναγγέλλω την άφιξη επισκέπτη, απαντώ (στο τηλέφωνο ή στην πόρτα για λογαριασμό κάποιου), οδηγώ (έναν επισκέπτη μέσα)
- 03 ενεργώ ως αντιπρόσωπος (μεταξύ κατασκευαστή, χονδρεμπόρου κ.λπ. και εμπόρων λιανικής), μεσολαβώ, διαχειρίζομαι (εμπορεύματα για λογαριασμό μιας εταιρείας)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 取り次ぐ
- Παρόν (ευγενικό)
- 取り次ぎます
- Άρνηση (απλή)
- 取り次がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 取り次ぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 取り次いだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 取り次ぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 取り次がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 取り次ぎませんでした
- Τε-μορφή
- 取り次いで
- Δυνητική
- 取り次げる
- Προστακτική
- 取り次げ
- Βουλητική
- 取り次ごう
- Υποθετική (ば)
- 取り次げば
- Υποθετική (たら)
- 取り次いだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 取り次ぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 取り次ぐな
- Προστακτική (ευγενική)
- 取り次ぎなさい
- Παθητική
- 取り次がれる
- Αιτιατική
- 取り次がせる