取とり残のこす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω πίσω

Παραδείγματα

  • 私わたしは傘かさを取とり残のこしました。

    Άφησα την ομπρέλα μου πίσω.

  • 急いそいでいたため、駅えきに荷物にもつを取とり残のこしてしまいました。

    Επειδή βιαζόμουν, άφησα τις αποσκευές μου στο σταθμό.

  • 技術ぎじゅつの進歩しんぽが速はやすぎて、多おおくの人ひと々がその変化へんかに取とり残のこされていると感かんじています。

    Η τεχνολογική πρόοδος είναι τόσο γρήγορη που πολλοί άνθρωποι νιώθουν ότι έχουν μείνει πίσω από αυτές τις αλλαγές.

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り残す
Παρόν (ευγενικό)
取り残します
Άρνηση (απλή)
取り残さない
Άρνηση (ευγενική)
取り残しません
Παρελθόν (απλό)
取り残した
Παρελθόν (ευγενικό)
取り残しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り残さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り残しませんでした
Τε-μορφή
取り残して
Δυνητική
取り残せる
Προστακτική
取り残せ
Βουλητική
取り残そう
Υποθετική (ば)
取り残せば