取り潰す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαλύω (έναν οργανισμό, μια εταιρεία κ.λπ.), κλείνω, καταργώ, ακυρώνω (ένα σχέδιο κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 取り潰す
- Παρόν (ευγενικό)
- 取り潰します
- Άρνηση (απλή)
- 取り潰さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 取り潰しません
- Παρελθόν (απλό)
- 取り潰した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 取り潰しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 取り潰さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 取り潰しませんでした
- Τε-μορφή
- 取り潰して
- Δυνητική
- 取り潰せる
- Προστακτική
- 取り潰せ
- Βουλητική
- 取り潰そう
- Υποθετική (ば)
- 取り潰せば
- Υποθετική (たら)
- 取り潰したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 取り潰したい
- Απαγορευτική (~な)
- 取り潰すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 取り潰しなさい
- Παθητική
- 取り潰される
- Αιτιατική
- 取り潰させる