める

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γλιτώνω παρά τρίχα (π.χ. τον θάνατο), κρατιέμαι (στη ζωή)
  2. 02 αρχαϊκό εξακριβώνω, καθορίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り留める
Παρόν (ευγενικό)
取り留めます
Άρνηση (απλή)
取り留めない
Άρνηση (ευγενική)
取り留めません
Παρελθόν (απλό)
取り留めた
Παρελθόν (ευγενικό)
取り留めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り留めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り留めませんでした
Τε-μορφή
取り留めて
Δυνητική
取り留められる
Προστακτική
取り留めろ
Βουλητική
取り留めよう
Υποθετική (ば)
取り留めれば