てる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισπράττω (χρέη), πιέζω για πληρωμή, απαιτώ, εκβιάζω
  2. 02 διορίζω, προάγω, παρέχω προστασία
  3. 03 τονίζω, επικεντρώνομαι, εφιστώ την προσοχή

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り立てる
Παρόν (ευγενικό)
取り立てます
Άρνηση (απλή)
取り立てない
Άρνηση (ευγενική)
取り立てません
Παρελθόν (απλό)
取り立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
取り立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り立てませんでした
Τε-μορφή
取り立てて
Δυνητική
取り立てられる
Προστακτική
取り立てろ
Βουλητική
取り立てよう
Υποθετική (ば)
取り立てれば