まぎれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βρίσκομαι σε σύγχυση, είμαι πολυάσχολος

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り紛れる
Παρόν (ευγενικό)
取り紛れます
Άρνηση (απλή)
取り紛れない
Άρνηση (ευγενική)
取り紛れません
Παρελθόν (απλό)
取り紛れた
Παρελθόν (ευγενικό)
取り紛れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り紛れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り紛れませんでした
Τε-μορφή
取り紛れて
Δυνητική
取り紛れられる
Προστακτική
取り紛れろ
Βουλητική
取り紛れよう
Υποθετική (ば)
取り紛れれば