取とり組くむ

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παλεύω, αγωνίζομαι, αντιμετωπίζω αντίπαλο
  2. 02 ασχολούμαι με κάτι επίμονα, καταπιάνομαι με πρόβλημα, προσπαθώ σκληρά για κάτι

Παραδείγματα

  • この問題もんだいに取とり組くみます。

    Θα ασχοληθώ με αυτό το πρόβλημα.

  • 新あたらしいプロジェクトに意欲的いよくてきに取とり組くんでいます。

    Ασχολούμαι με ενθουσιασμό με το νέο έργο.

  • 多岐たきにわたる課題かだいに対たいして、全社的ぜんしゃてきに一丸いちがんとなって取とり組くむ必要ひつようがあります。

    Είναι απαραίτητο να αντιμετωπίσουμε τις ποικίλες προκλήσεις ενωμένοι, ως ολόκληρη η εταιρεία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り組む
Παρόν (ευγενικό)
取り組みます
Άρνηση (απλή)
取り組まない
Άρνηση (ευγενική)
取り組みません
Παρελθόν (απλό)
取り組んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
取り組みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り組まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り組みませんでした
Τε-μορφή
取り組んで
Δυνητική
取り組める
Προστακτική
取り組め
Βουλητική
取り組もう
Υποθετική (ば)
取り組めば