ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραμερίζω, διατηρώ σε απόθεμα, κρατώ για αργότερα
  2. 02 συντηρώ, αποταμιεύω
  3. 03 τοποθετώ, αποθηκεύω, κρύβω, στοιβάζω, φυλάσσω
  4. 04 κρατώ, διατηρώ, συγκρατώ, παρακρατώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り置く
Παρόν (ευγενικό)
取り置きます
Άρνηση (απλή)
取り置かない
Άρνηση (ευγενική)
取り置きません
Παρελθόν (απλό)
取り置いた
Παρελθόν (ευγενικό)
取り置きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り置かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り置きませんでした
Τε-μορφή
取り置いて
Δυνητική
取り置ける
Προστακτική
取り置け
Βουλητική
取り置こう
Υποθετική (ば)
取り置けば