ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισαγωγή, περισυλλογή
  2. 02 προσέλκυση (π.χ. πελατών), κατάκτηση, κερδίζω τη συμπάθεια
  3. 03 σύγχυση, αναστάτωση, ατυχία, αταξία
  4. 04 εισαγωγή (π.χ. δεδομένων), λήψη (π.χ. εικόνας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り込みする
Παρόν (ευγενικό)
取り込みします
Άρνηση (απλή)
取り込みしない
Άρνηση (ευγενική)
取り込みしません
Παρελθόν (απλό)
取り込みした
Παρελθόν (ευγενικό)
取り込みしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り込みしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り込みしませんでした
Τε-μορφή
取り込みして
Δυνητική
取り込みできる
Προστακτική
取り込みしろ
Βουλητική
取り込みしよう
Υποθετική (ば)
取り込みすれば