ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίρνω, φέρνω, υιοθετώ (π.χ. συμπεριφορά), εισάγω
  2. 02 αποτυπώνω (π.χ. εικόνα), συλλαμβάνω, εισάγω
  3. 03 κερδίζω, ευχαριστώ, κολακεύω, κάνω χάρες
  4. 04 εξαπατώ, απατώ, υπεξαιρώ
  5. 05 απασχολούμαι, βρίσκομαι σε σύγχυση, έχω πρόβλημα

Παραδείγματα

  • 洗濯物せんたくものんだ

    Μάζεψα τα απλωμένα ρούχα.

  • あたらしいデータをのに時間じかんがかかります。

    Χρειάζεται χρόνος για να εισάγω τα νέα δεδομένα.

  • 様々さまざま意見いけんんで、より企画きかくつくりましょう。

    Ας ενσωματώσουμε διάφορες απόψεις για να δημιουργήσουμε ένα καλύτερο σχέδιο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り込む
Παρόν (ευγενικό)
取り込みます
Άρνηση (απλή)
取り込まない
Άρνηση (ευγενική)
取り込みません
Παρελθόν (απλό)
取り込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
取り込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り込みませんでした
Τε-μορφή
取り込んで
Δυνητική
取り込める
Προστακτική
取り込め
Βουλητική
取り込もう
Υποθετική (ば)
取り込めば