しずめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταστέλλω, ηρεμώ
  2. 02 κατευνάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り鎮める
Παρόν (ευγενικό)
取り鎮めます
Άρνηση (απλή)
取り鎮めない
Άρνηση (ευγενική)
取り鎮めません
Παρελθόν (απλό)
取り鎮めた
Παρελθόν (ευγενικό)
取り鎮めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り鎮めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り鎮めませんでした
Τε-μορφή
取り鎮めて
Δυνητική
取り鎮められる
Προστακτική
取り鎮めろ
Βουλητική
取り鎮めよう
Υποθετική (ば)
取り鎮めれば