ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίρνω, σηκώνω, αρπάζω, πιάνω, κρατώ
  2. 02 δίνω, παραδίδω, προσφέρω
  3. 03 παίρνω, αποκτώ, κερδίζω, λαμβάνω, βγάζω (χρήματα), παίρνω (π.χ. άδεια)
  4. 04 υιοθετώ (π.χ. μέθοδο, πρόταση), παίρνω (π.χ. μέτρο, στάση), επιλέγω
  5. 05 αφαιρώ, ξεφορτώνομαι, βγάζω
  6. 06 παίρνω, κλέβω, ληστεύω
  7. 07 τρώω, παίρνω (π.χ. μεσημεριανό, βιταμίνες)
  8. 08 μαζεύω (π.χ. λουλούδια), συλλέγω, βγάζω (π.χ. χυμό), ψαρεύω (π.χ. ψάρια), συγκομίζω (σοδειά)
  9. 09 καταλαμβάνω (χρόνο, χώρο), απασχολώ, διαθέτω, αφήνω στην άκρη
  10. 10 εξασφαλίζω, κρατώ, αποταμιεύω, βάζω στην άκρη, φυλάω
  11. 11 παίρνω (π.χ. ένα αστείο), ερμηνεύω, καταλαβαίνω, διακρίνω, συλλαμβάνω
  12. 12 καταγράφω, σημειώνω
  13. 13 γίνομαι συνδρομητής (π.χ. σε εφημερίδα), παίρνω, αγοράζω, αποκτώ
  14. 14 παραγγέλνω, ζητώ να μου φέρουν
  15. 15 χρεώνω, επιβάλλω πρόστιμο, παίρνω (φόρο)
  16. 16 παίρνω (π.χ. σύζυγο), παίρνω (π.χ. μαθητευόμενο), υιοθετώ, δέχομαι
  17. 17 παίρνω τον έλεγχο, παίρνω (το πηδάλιο)
  18. 18 αγωνίζομαι (π.χ. στο σούμο, στα χαρτιά), παίζω

Παραδείγματα

  • ペンをってください。

    Πάρε το στυλό, σε παρακαλώ.

  • 来週らいしゅう休暇きゅうかります

    Την επόμενη εβδομάδα θα πάρω άδεια.

  • かれ責任せきにんって会社かいしゃめました。

    Ανέλαβε την ευθύνη και παραιτήθηκε από την εταιρεία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
取る
Παρόν (ευγενικό)
取ります
Άρνηση (απλή)
取らない
Άρνηση (ευγενική)
取りません
Παρελθόν (απλό)
取った
Παρελθόν (ευγενικό)
取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取りませんでした
Τε-μορφή
取って
Δυνητική
取れる
Προστακτική
取れ
Βουλητική
取ろう
Υποθετική (ば)
取れば