れる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεκολλάω, βγαίνω (π.χ. κουμπί, χερούλι, καπάκι)
  2. 02 φεύγω, εξαφανίζομαι, περνάω (π.χ. πυρετός, πόνος, λεκές, σκόνη, ρυτίδες)
  3. 03 συγκομίζομαι, μαζεύομαι, παράγομαι, πιάνομαι (π.χ. ψάρι), λαμβάνομαι, αποκτώ, εξάγομαι
  4. 04 ερμηνεύομαι (ως), εκλαμβάνομαι (ως), γίνομαι κατανοητός (ως), διαβάζομαι (ως)
  5. 05 επιτυγχάνομαι (π.χ. ισορροπία, αρμονία)
  6. 06 μπορώ να πάρω, μπορώ να αποκτήσω, μπορώ να λάβω, μπορώ να εξασφαλίσω, μπορώ να κερδίσω, μπορώ να πιάσω

Παραδείγματα

  • ねつれた

    Ο πυρετός έπεσε.

  • 明日あした午後ごご3予約よやくれますか。

    Μπορώ να κάνω κράτηση για αύριο στις 3 το μεσημέρι;

  • その言葉ことば文脈ぶんみゃくによっては、ちが意味いみれることがあります。

    Αυτή η λέξη, ανάλογα με τα συμφραζόμενα, μπορεί να εκληφθεί και με διαφορετική έννοια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
取れる
Παρόν (ευγενικό)
取れます
Άρνηση (απλή)
取れない
Άρνηση (ευγενική)
取れません
Παρελθόν (απλό)
取れた
Παρελθόν (ευγενικό)
取れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取れませんでした
Τε-μορφή
取れて
Δυνητική
取れられる
Προστακτική
取れろ
Βουλητική
取れよう
Υποθετική (ば)
取れれば