しゅしゃ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υιοθέτηση ή απόρριψη, επιλογή, διαλογή

Κλίση

Παρόν (απλό)
取捨する
Παρόν (ευγενικό)
取捨します
Άρνηση (απλή)
取捨しない
Άρνηση (ευγενική)
取捨しません
Παρελθόν (απλό)
取捨した
Παρελθόν (ευγενικό)
取捨しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取捨しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取捨しませんでした
Τε-μορφή
取捨して
Δυνητική
取捨できる
Προστακτική
取捨しろ
Βουλητική
取捨しよう
Υποθετική (ば)
取捨すれば