受かる
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 επιτυγχάνω (σε εξετάσεις)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 受かる
- Παρόν (ευγενικό)
- 受かります
- Άρνηση (απλή)
- 受からない
- Άρνηση (ευγενική)
- 受かりません
- Παρελθόν (απλό)
- 受かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 受かりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 受からなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 受かりませんでした
- Τε-μορφή
- 受かって
- Δυνητική
- 受かれる
- Προστακτική
- 受かれ
- Βουλητική
- 受かろう
- Υποθετική (ば)
- 受かれば
- Υποθετική (たら)
- 受かったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 受かりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 受かるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 受かりなさい
- Παθητική
- 受かられる
- Αιτιατική
- 受からせる