ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δημοτικότητα, εύνοια, υποδοχή
  2. 02 άμυνα, φήμη
  3. 03 συμφωνία, συναίνεση
  4. 04 δέκτης τεχνικής (π.χ. στις πολεμικές τέχνες)
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα αργκό παθητικός (σύντροφος σε ομοφυλοφιλική σχέση)

Παραδείγματα

  • その映画えいががよかった。

    Εκείνη η ταινία είχε καλή απήχηση.

  • かれ提案ていあんは、会議かいぎでまずまずのだった。

    Η πρότασή του είχε μια ικανοποιητική ανταπόκριση στη συνάντηση.

  • その政治家せいじかは、大衆たいしゅうねらってばかりいると批判ひはんされた。

    Ο πολιτικός αυτός δέχτηκε κριτική ότι το μόνο που κάνει είναι να προσπαθεί να γίνει αρεστός στο κοινό.