受けやすい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ευάλωτος, επιρρεπής, εκτεθειμένος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 受けやすい
- Παρόν (ευγενικό)
- 受けやすいです
- Άρνηση (απλή)
- 受けやすくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 受けやすくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 受けやすかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 受けやすかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 受けやすくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 受けやすくなかったです
- Τε-μορφή
- 受けやすくて
- Υποθετική (ば)
- 受けやすければ
- Υποθετική (たら)
- 受けやすかったら