ける

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λαμβάνω, δέχομαι, παίρνω
  2. 02 πιάνω (π.χ. μια μπάλα)
  3. 03 δέχομαι (π.χ. άνεμο, κύματα, ηλιακό φως)
  4. 04 υφίσταμαι (ζημιά), παθαίνω (απώλεια, τραυματισμό), δέχομαι (επίδραση), αισθάνομαι (επίδραση)
  5. 05 υποβάλλομαι (π.χ. σε χειρουργείο), δίνω (εξετάσεις), αποδέχομαι (μια πρόκληση)
  6. 06 ειδικά ως 受ける, 享ける μου δίνεται, μου χαρίζεται (π.χ. ζωή, ταλέντο)
  7. 07 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα ειδικά ως ウケる βρίσκω αστείο, βρίσκω χιουμοριστικό, διασκεδάζω (με κάτι)
  8. 08 ειδικά ως 受ける, 享ける ακολουθώ, διαδέχομαι, κατάγομαι από
  9. 09 βλέπω (προς νότο κ.λπ.), αντικρίζω
  10. 10 ειδικά ως 受ける, 承ける τροποποιούμαι από
  11. 11 εξαγοράζω (π.χ. ενεχυριασμένο αντικείμενο) πληρώνοντας ένα τέλος
  12. 12 συνήθως γραμμένο με κάνα ειδικά ως ウケる, うける γίνομαι δεκτός, γίνομαι δημοφιλής, έχω επιτυχία, βρίσκω απήχηση

Παραδείγματα

  • わたし授業じゅぎょうけます

    Παρακολουθώ ένα μάθημα.

  • 来週らいしゅう試験しけんける予定よていです。

    Έχω προγραμματίσει να δώσω εξετάσεις την επόμενη εβδομάδα.

  • その商品しょうひんは、発売はつばいされるやいなや大衆たいしゅうから熱烈ねつれつ支持しじけました

    Το προϊόν, μόλις κυκλοφόρησε, αγκαλιάστηκε θερμά από το κοινό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
受ける
Παρόν (ευγενικό)
受けます
Άρνηση (απλή)
受けない
Άρνηση (ευγενική)
受けません
Παρελθόν (απλό)
受けた
Παρελθόν (ευγενικό)
受けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
受けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
受けませんでした
Τε-μορφή
受けて
Δυνητική
受けられる
Προστακτική
受けろ
Βουλητική
受けよう
Υποθετική (ば)
受ければ