受うけ付つける

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποδέχομαι, παραλαμβάνω (αίτηση), δέχομαι
  2. 02 καταναλώνω (τροφή, φάρμακα κ.λπ.), ανέχομαι, αντέχω
  3. 03 επηρεάζομαι από, δέχομαι ζημιά από

Παραδείγματα

  • 注文ちゅうもんを受うけ付つけます。

    Δέχομαι παραγγελίες.

  • この薬くすりは食後しょくごに受うけ付つけてください。

    Πάρτε αυτό το φάρμακο μετά το φαγητό.

  • 彼女かのじょは批判ひはんを受うけ付つけるのが苦手にがてなので、意見いけんを言いう際さいは言葉ことばを選えらぶ必要ひつようがあります。

    Δε δέχεται εύκολα την κριτική, οπότε πρέπει να προσέχεις τι λες όταν της εκφράζεις τη γνώμη σου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
受け付ける
Παρόν (ευγενικό)
受け付けます
Άρνηση (απλή)
受け付けない
Άρνηση (ευγενική)
受け付けません
Παρελθόν (απλό)
受け付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
受け付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
受け付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
受け付けませんでした
Τε-μορφή
受け付けて
Δυνητική
受け付けられる
Προστακτική
受け付けろ
Βουλητική
受け付けよう
Υποθετική (ば)
受け付ければ