受け戻す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξαγοράζω (π.χ. υποθήκη, ενέχυρο), λυτρώνω, ανακτώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 受け戻す
- Παρόν (ευγενικό)
- 受け戻します
- Άρνηση (απλή)
- 受け戻さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 受け戻しません
- Παρελθόν (απλό)
- 受け戻した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 受け戻しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 受け戻さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 受け戻しませんでした
- Τε-μορφή
- 受け戻して
- Δυνητική
- 受け戻せる
- Προστακτική
- 受け戻せ
- Βουλητική
- 受け戻そう
- Υποθετική (ば)
- 受け戻せば
- Υποθετική (たら)
- 受け戻したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 受け戻したい
- Απαγορευτική (~な)
- 受け戻すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 受け戻しなさい
- Παθητική
- 受け戻される
- Αιτιατική
- 受け戻させる