める

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πιάνω, αναχαιτίζω (χτύπημα), αποκρούω
  2. 02 αντιδρώ, λαμβάνω (συμβουλή), δέχομαι (π.χ. κριτική, κατάσταση), αποδέχομαι, αντιμετωπίζω

Παραδείγματα

  • かれ言葉ことば受け止うけとめます

    Θα δεχτώ τα λόγια του.

  • わたしかれ批判ひはん真摯しんし受け止うけとめた

    Δέχτηκα την κριτική του με ειλικρίνεια.

  • 彼女かのじょかなしみをすべて受け止うけとめて、そばにいてあげたい。

    Θέλω να δεχτώ όλη της τη θλίψη και να μείνω στο πλευρό της.

Κλίση

Παρόν (απλό)
受け止める
Παρόν (ευγενικό)
受け止めます
Άρνηση (απλή)
受け止めない
Άρνηση (ευγενική)
受け止めません
Παρελθόν (απλό)
受け止めた
Παρελθόν (ευγενικό)
受け止めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
受け止めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
受け止めませんでした
Τε-μορφή
受け止めて
Δυνητική
受け止められる
Προστακτική
受け止めろ
Βουλητική
受け止めよう
Υποθετική (ば)
受け止めれば