受うけ流ながす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκρούω (π.χ. επίθεση), απωθώ (π.χ. μια ερώτηση), αποφεύγω, διαφεύγω, υπεκφεύγω, παρακάμπτω (π.χ. ένα αστείο)

Παραδείγματα

  • 質問しつもんを受うけ流ながす。

    Αποφεύγω την ερώτηση.

  • 彼かれの皮肉ひにくをうまく受うけ流ながすことができた。

    Κατάφερα να αποφύγω/παρακάμψω τον σαρκασμό του.

  • 政治家せいじかは、鋭するどい追及ついきゅうを巧たくみに受うけ流ながし、核心かくしんに触ふれることなく答弁とうべんした。

    Ο πολιτικός απέκρουσε επιδέξια τις έντονες ερωτήσεις, απαντώντας χωρίς να αγγίξει την ουσία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
受け流す
Παρόν (ευγενικό)
受け流します
Άρνηση (απλή)
受け流さない
Άρνηση (ευγενική)
受け流しません
Παρελθόν (απλό)
受け流した
Παρελθόν (ευγενικό)
受け流しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
受け流さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
受け流しませんでした
Τε-μορφή
受け流して
Δυνητική
受け流せる
Προστακτική
受け流せ
Βουλητική
受け流そう
Υποθετική (ば)
受け流せば