じゅなん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δεινοπάθεια, δοκιμασίες, αγωνία
  2. 02 Θεία Πάθη (του Χριστού), σταύρωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
受難する
Παρόν (ευγενικό)
受難します
Άρνηση (απλή)
受難しない
Άρνηση (ευγενική)
受難しません
Παρελθόν (απλό)
受難した
Παρελθόν (ευγενικό)
受難しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
受難しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
受難しませんでした
Τε-μορφή
受難して
Δυνητική
受難できる
Προστακτική
受難しろ
Βουλητική
受難しよう
Υποθετική (ば)
受難すれば