受電
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παροχή ηλεκτρικού ρεύματος
- 02 λήψη τηλεφωνήματος, απάντηση σε κλήση
- 03 λήψη τηλεγραφήματος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 受電する
- Παρόν (ευγενικό)
- 受電します
- Άρνηση (απλή)
- 受電しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 受電しません
- Παρελθόν (απλό)
- 受電した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 受電しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 受電しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 受電しませんでした
- Τε-μορφή
- 受電して
- Δυνητική
- 受電できる
- Προστακτική
- 受電しろ
- Βουλητική
- 受電しよう
- Υποθετική (ば)
- 受電すれば
- Υποθετική (たら)
- 受電したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 受電したい
- Απαγορευτική (~な)
- 受電するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 受電しなさい
- Παθητική
- 受電される
- Αιτιατική
- 受電させる