受領
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: ずりょう
- 01 παραλαβή (επιστολής, χρημάτων κ.λπ.), αποδοχή, λήψη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 受領する
- Παρόν (ευγενικό)
- 受領します
- Άρνηση (απλή)
- 受領しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 受領しません
- Παρελθόν (απλό)
- 受領した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 受領しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 受領しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 受領しませんでした
- Τε-μορφή
- 受領して
- Δυνητική
- 受領できる
- Προστακτική
- 受領しろ
- Βουλητική
- 受領しよう
- Υποθετική (ば)
- 受領すれば
- Υποθετική (たら)
- 受領したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 受領したい
- Απαγορευτική (~な)
- 受領するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 受領しなさい
- Παθητική
- 受領される
- Αιτιατική
- 受領させる