くちがイーってなる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη χαμογελώ με σφιγμένα δόντια

Κλίση

Παρόν (απλό)
口がイーってなる
Παρόν (ευγενικό)
口がイーってなります
Άρνηση (απλή)
口がイーってならない
Άρνηση (ευγενική)
口がイーってなりません
Παρελθόν (απλό)
口がイーってなった
Παρελθόν (ευγενικό)
口がイーってなりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口がイーってならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口がイーってなりませんでした
Τε-μορφή
口がイーってなって
Δυνητική
口がイーってなれる
Προστακτική
口がイーってなれ
Βουλητική
口がイーってなろう
Υποθετική (ば)
口がイーってなれば