くちかた

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φειδωλός στα λόγια, εχέμυθος

Κλίση

Παρόν (απλό)
口が堅い
Παρόν (ευγενικό)
口が堅いです
Άρνηση (απλή)
口が堅くない
Άρνηση (ευγενική)
口が堅くないです
Παρελθόν (απλό)
口が堅かった
Παρελθόν (ευγενικό)
口が堅かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口が堅くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口が堅くなかったです
Τε-μορφή
口が堅くて
Υποθετική (ば)
口が堅ければ