くちおお

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φλύαρος, πολυλογάς
  2. 02 έχω πολλά στόματα να θρέψω, έχω μεγάλη οικογένεια να συντηρήσω

Κλίση

Παρόν (απλό)
口が多い
Παρόν (ευγενικό)
口が多いです
Άρνηση (απλή)
口が多くない
Άρνηση (ευγενική)
口が多くないです
Παρελθόν (απλό)
口が多かった
Παρελθόν (ευγενικό)
口が多かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口が多くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口が多くなかったです
Τε-μορφή
口が多くて
Υποθετική (ば)
口が多ければ