くちがる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαλώ τη θεϊκή οργή (για παράδειγμα μιλώντας άσχημα για κάποιον πίσω από την πλάτη του), μπλέκω σε μπελάδες
  2. 02 στραβώνω το στόμα μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
口が曲がる
Παρόν (ευγενικό)
口が曲がります
Άρνηση (απλή)
口が曲がらない
Άρνηση (ευγενική)
口が曲がりません
Παρελθόν (απλό)
口が曲がった
Παρελθόν (ευγενικό)
口が曲がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口が曲がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口が曲がりませんでした
Τε-μορφή
口が曲がって
Δυνητική
口が曲がれる
Προστακτική
口が曲がれ
Βουλητική
口が曲がろう
Υποθετική (ば)
口が曲がれば