くちすべ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός μου ξεφεύγει κάτι, λέω κάτι κατά λάθος

Κλίση

Παρόν (απλό)
口が滑る
Παρόν (ευγενικό)
口が滑ります
Άρνηση (απλή)
口が滑らない
Άρνηση (ευγενική)
口が滑りません
Παρελθόν (απλό)
口が滑った
Παρελθόν (ευγενικό)
口が滑りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口が滑らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口が滑りませんでした
Τε-μορφή
口が滑って
Δυνητική
口が滑れる
Προστακτική
口が滑れ
Βουλητική
口が滑ろう
Υποθετική (ば)
口が滑れば