口が裂けても言えない
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 δεν πρόκειται να πω τίποτα ό,τι κι αν γίνει, αρνούμαι να αποκαλύψω κάτι ακόμη και υπό πίεση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 口が裂けても言えない
- Παρόν (ευγενικό)
- 口が裂けても言えないです
- Άρνηση (απλή)
- 口が裂けても言えなくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 口が裂けても言えなくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 口が裂けても言えなかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 口が裂けても言えなかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 口が裂けても言えなくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 口が裂けても言えなくなかったです
- Τε-μορφή
- 口が裂けても言えなくて
- Υποθετική (ば)
- 口が裂けても言えなければ
- Υποθετική (たら)
- 口が裂けても言えなかったら