口ずさむ
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σιγοτραγουδώ (μια μελωδία), τραγουδάω από μέσα μου, ψιθυρίζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 口ずさむ
- Παρόν (ευγενικό)
- 口ずさみます
- Άρνηση (απλή)
- 口ずさまない
- Άρνηση (ευγενική)
- 口ずさみません
- Παρελθόν (απλό)
- 口ずさんだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 口ずさみました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 口ずさまなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 口ずさみませんでした
- Τε-μορφή
- 口ずさんで
- Δυνητική
- 口ずさめる
- Προστακτική
- 口ずさめ
- Βουλητική
- 口ずさもう
- Υποθετική (ば)
- 口ずさめば
- Υποθετική (たら)
- 口ずさんだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 口ずさみたい
- Απαγορευτική (~な)
- 口ずさむな
- Προστακτική (ευγενική)
- 口ずさみなさい
- Παθητική
- 口ずさまれる
- Αιτιατική
- 口ずさませる