口でやる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χυδαίο εκτελώ στοματικό έρωτα, κάνω στοματικό έρωτα σε κάποιον
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 口でやる
- Παρόν (ευγενικό)
- 口でやります
- Άρνηση (απλή)
- 口でやらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 口でやりません
- Παρελθόν (απλό)
- 口でやった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 口でやりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 口でやらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 口でやりませんでした
- Τε-μορφή
- 口でやって
- Δυνητική
- 口でやれる
- Προστακτική
- 口でやれ
- Βουλητική
- 口でやろう
- Υποθετική (ば)
- 口でやれば
- Υποθετική (たら)
- 口でやったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 口でやりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 口でやるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 口でやりなさい
- Παθητική
- 口でやられる
- Αιτιατική
- 口でやらせる