口くちにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γεύομαι, τρώω, πίνω
  2. 02 μιλώ, εκφράζω με λόγια, αναφέρομαι, λέω

Παραδείγματα

  • 美味おいしいケーキを口くちにする。

    Τρώω ένα νόστιμο κέικ.

  • 普段ふだん、彼かれは不平ふへいを口くちにしない。

    Συνήθως, αυτός δεν παραπονιέται καθόλου.

  • 人ひとの悪口わるぐちは決けっして口くちにするものではない。

    Δεν πρέπει ποτέ να κακολογούμε τους άλλους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
口にする
Παρόν (ευγενικό)
口にします
Άρνηση (απλή)
口にしない
Άρνηση (ευγενική)
口にしません
Παρελθόν (απλό)
口にした
Παρελθόν (ευγενικό)
口にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口にしませんでした
Τε-μορφή
口にして
Δυνητική
口にできる
Προστακτική
口にしろ
Βουλητική
口にしよう
Υποθετική (ば)
口にすれば