口くちに入はいる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισέρχομαι στο στόμα, τρώω, καταπίνω
  2. 02 έχω τη δυνατότητα να φάω, είμαι βρώσιμος

Παραδείγματα

  • パンが口くちに入はいる。

    Το ψωμί μπαίνει στο στόμα μου.

  • 子こどもが何なにかを口くちに入はいれた。

    Το παιδί έβαλε κάτι στο στόμα του.

  • 昔むかしは食たべものがなく、今日きょうの食事しょくじにありつけるかどうかさえ口くちに入はいるのが難むずかしかった時代じだいだった。

    Παλιά, ήταν μια εποχή που δεν υπήρχε φαγητό και ήταν δύσκολο ακόμα και να βρεις να φας το σημερινό σου γεύμα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
口に入る
Παρόν (ευγενικό)
口に入ります
Άρνηση (απλή)
口に入らない
Άρνηση (ευγενική)
口に入りません
Παρελθόν (απλό)
口に入った
Παρελθόν (ευγενικό)
口に入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口に入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口に入りませんでした
Τε-μορφή
口に入って
Δυνητική
口に入れる
Προστακτική
口に入れ
Βουλητική
口に入ろう
Υποθετική (ば)
口に入れば