くち

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι νόστιμος, ταιριάζω στις γευστικές προτιμήσεις κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
口に合う
Παρόν (ευγενικό)
口に合います
Άρνηση (απλή)
口に合わない
Άρνηση (ευγενική)
口に合いません
Παρελθόν (απλό)
口に合った
Παρελθόν (ευγενικό)
口に合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口に合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口に合いませんでした
Τε-μορφή
口に合って
Δυνητική
口に合える
Προστακτική
口に合え
Βουλητική
口に合おう
Υποθετική (ば)
口に合えば