くちをついて

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεφεύγω (για σχόλιο, παρατήρηση κ.λπ.), λέω κάτι ακούσια
  2. 02 ρέω από τα χείλη (για λόγια), ρέω ανεμπόδιστα (για ομιλία), βγαίνω με ορμή από το στόμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
口をついて出る
Παρόν (ευγενικό)
口をついて出ます
Άρνηση (απλή)
口をついて出ない
Άρνηση (ευγενική)
口をついて出ません
Παρελθόν (απλό)
口をついて出た
Παρελθόν (ευγενικό)
口をついて出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口をついて出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口をついて出ませんでした
Τε-μορφή
口をついて出て
Δυνητική
口をついて出られる
Προστακτική
口をついて出ろ
Βουλητική
口をついて出よう
Υποθετική (ば)
口をついて出れば